Η πατροπαράδοτη καχυποψία του αιώνιου βλαχαδερού, που θεωρεί ότι κόσμος χωρίζεται σε καλούς (δηλαδή σε ό,τι περιλαμβάνει ο θλιβερός περιορισμένος μικρόκοσμός του) και κακούς (δηλαδή σε ό,τι δεν γνωρίζει ο ίδιος), έγινε τώρα και διαφήμιση. Ο γελοίος που τη σκέφτηκε, θέλει να μας πει, ότι επειδή το γάλα έχει παραχθεί από κάποια αγελάδα που ονομάζεται «Βασούλα» και συνεπώς είναι «δικό μας» (ναι, αμα πλησιάσεις το αυτί σου το ακούς να τραγουδάει Καζαντζίδη), είναι η μόνη εγγύηση που χρειαζόμαστε για την αδιαμφισβήτητη ποιότητά του. Πώς τολμάει η «ξένη» αγελάδα που είναι κατώτερη (αν δεν ήταν κατώτερη δεν θα ονομάζοταν «Βαν Ντόρφεν»!) να ανταγωνίζεται την ελληνοπούλα που έχει το DNA του νικητή; Πρέπει να την ξεσκεπάσουμε! Απέναντι στην ανωτερότητα του γάλακτος που είναι «από εδώ», τι να αντιτάξει το άθλιο γάλα που είναι «από αλλού»; Τι σημασία έχει αν αυτή η τρομακτική «ξένη, βόρεια πόλη με το όνομα “Γκιούτερσλοχ”» που λέει η διαφήμιση, έχει μια όπερα, δύο τεράστια πάρκα, δημοτικά κολυμβητήρια και δημόσιους χώρους στη διάθεση των κατοίκων; Παραμένει χειρότερη από το Πλατύ Ημαθίας αφού είναι «ξένη» και οι κάτοικοί της (όπως ο «Γκένσταγκ» που αρμέγει), δεν έχουν φάει ποτέ τουριστική χωριάτικη σαλάτα με λάδι μηχανής για να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή του είναι θλιβερή και λειψή. Ή μήπως επειδή στη Γερμανία οι άνθρωποι κάνουν κανονικά ελέγχους και δεν παίζουν τους κουτοπόνηρους λεβεντομαλάκες που περιμένουν να σκάσει η στραβή για να βγουν στην τηλεόραση και να παραστήσουν την Παξινού, παίζοντας το «δεν είδα – δεν άκουσα», σημαίνει ότι έχει και πιο καλό γάλα; Σιγά! Για το σύμπαν του μέσου μικροαστού, το «ξένο» γάλα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μέχρι και ραδιενεργό, αφού δεν του το δίνει η μαμά του – ή έστω κάποιος που η μαμά του γνωρίζει προσωπικά. (Σημείωση: Η υποχρεωτική διευκρίνηση στο τελευταίο πλάνο, ότι «εξαιρούνται οι μικρές συσκευασίες των 170γρ.» – δηλαδή αυτές δεν είναι ελληνικές! – κάνει τη διαφήμιση ακόμα πιο γελοία)

Advertisements